a
a

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα blogs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα blogs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

http://sivisamariaama.blogspot.com - 03/06/2009

Κυρίες και κύριοι.. Τάνια Τσανακλίδου..

Και πολύ κρατήθηκα.. Όχι φυσικά.. Δεν σκοπεύω να σας παρουσιάσω εγώ την Τάνια.. Ποιός είμαι άλλωστε; Όλοι την ξέρουμε.. Όλοι την έχουμε λατρέψει.. Και όσοι δεν το έχουν κάνει, στην ουσία την ξέρουν.. Γιατί το χαρακτηριστικό αυτού του πλάσματος (δεν μπορώ να βρω καλύτερη λέξη αυτή τη στιγμή) είναι η ικανότητά της να μπαίνει στην ψυχή του καθενός και να την διαλύει σε χίλια κομμάτια, για να την συναρμολογήσει αμέσως μετά, με την ίδια ευκολία.. Βουνό και θάλασσα, άσπρο και μαύρο, και όλα τα ενδιάμεσα.. Τραγουδίστρια, ηθοποιός, ερμηνεύτρια, καλλιτέχνης.. Με όλη την έννοια της λέξης.. Όποιος δεν την έχει δει από κοντά, δεν θα πω ότι έχει χάσει, απλά θα πω να σπεύσει στην πρώτη ευκαιρία.. Γιατί όταν η Τάνια ανεβαίνει πάνω στην οποιαδήποτε σκηνή, δεν τραγουδάει, δεν υποκρίνεται, δεν ερμηνεύει, γίνεται ένα με αυτό που λέγεται τέχνη και στο πετάει στα μούτρα.. Αν θέλεις πάρτο σου λέει.. Και καλά θα κάνεις να το πάρεις.. Δεν θα χάσεις.. Πίστεψέ με.. Άκου.. Και δες.. Νιώσε..

Ένα από τα πράγματα που μετανιώνω στην ζωή μου είναι που την ανακάλυψα αργά.. Που δεν ήμουν εκεί στις μεγάλες της στιγμές.. Στο μαγικό κουτί, στην Πιάφ, όπου ήταν μια Τάνια από άλλο κόσμο και για έναν άλλο κόσμο.. Γιατί πραγματικά πιστεύω ότι είναι λίγος αυτός ο κόσμος για να μπορέσει να αντέξει και να αναδείξει το βάρος αυτού του ταλέντου.. Τάνια, σε ευχαριστούμε.. Για όλα.. Για την κατάθεση στη μητέρα σου, που έγινε κατάθεση όλων μας, για τα παλάτια που χτίζεις στον βυθό της ψυχής σου και μας ανοίγεις απλόχερα την πόρτα, αν και στην ουσία δεν το θέλεις.. Θέλεις το κλειδί να είναι δικό σου, αλλά ευτυχώς για εμάς, έχεις αφήσει απ'έξω πολλά αντικλείδια.. Μην σταματήσεις ποτέ να μας προσφέρεις αυτό που μπορεί να νιώθεις ότι λυτρώνει εσένα, αλλά στην ουσία μας λυτρώνει όλους.. Γειά σου ρε Τάνια..

www.allwe.tv - 18/03/2009

Γράμμα στην κυρία Τάνια Τσανακλίδου
http://www.allwe.tv/

Κυρία Τάνια,

έξω βρέχει και κάτω από το μπαλκόνι μου τα νερά παρασύρουν χώματα και ασχήμια, πού θα καταλήξουν όλα αυτά δεν ξέρω. Σήμερα η φωνή μου είναι βραχνή και τα πόδια μου πονάνε. Χθες βράδυ φώναζα, τραγουδούσα, χόρευα, χοροπηδούσα στον εξώστη του Μετρό. Κι εσείς, έτσι μικροκαμωμένη και μεγαλειώδης, με τη σκιά σας να σας παρακολουθεί όλη την ώρα στις κουρτίνες -θαρρείς πιο μονάχη από όλους, με τα ψηλοτάκουνα φούξια γοβάκια σας να κλαίτε, να θρηνείτε, να ουρλιάζετε, να σπαράζετε, να γελάτε, να φλερτάρετε, να πετάτε…

Το ξέρω, κυρία Τάνια, όποτε μπορείτε, όποτε στ’ αλήθεια σας λείπουμε, είστε εκεί. Είναι εκκωφαντική η απουσία σας και η παρουσία σας βάλσαμο. Ήτανε χρόνια που έλεγα να έρθω να σας δω να τραγουδάτε. Το ήξερα, το ραντεβού είναι πάντα εκεί, στο Μετρό. Μια χρονιά κλείσαμε τραπέζι και πήγα η χαμένη κι ανέβασα σαράντα πυρετό. Την άλλη όλο το ‘χα να ‘ρθω κι όλο η σκέψη να βρεθώ με τόσο κόσμο γύρω με πανικόβαλλε, είχα αναπτύξει αγοραφοβία τρομάρα μου. Μιαν άλλη ήμουν ταπί, σας έβαλα να αναμετρηθείτε με τα τσιγάρα μου και κέρδισαν εκείνα, ντρέπομαι… Κι ας σας κουβαλούσα πάντα μαζί, στα ακουστικά του mp3 μου, στο στερεοφωνικό όταν μαζευόμαστε με φίλους, μια μελωδία ανάμεσα στα δόντια μου περπατώντας στον δρόμο… Φέτος ήταν αλλιώς, όταν τα χρήματα είναι τόσο λίγα και η αίσθηση ότι πνίγεσαι τόσο έντονη τα σκας τα ρημάδια, “αξίζει”, λες, “και γάμα τα τσιγάρα και τους καφέδες, δεν θα φύγουν από τη θέση τους”, και ήρθα, κυρία Τάνια.

Σας είχα δει, μέρες πριν, καθισμένη σε μια καρέκλα ενός τηλεοπτικού στούντιο, δίπλα σας η κυρία Φριτζήλα, χαμογελούσατε, λέγατε τα αστεία σας και αυτοσαρκαζόσασταν αλλά ήσασταν τόσο θλιμμένη, ηττηθήκατε, είπατε, όλες σας τις νίκες ο χρόνος σας τις πήρε. Γερνάτε, είπατε, φοβάστε, κάνατε και το “Μαμά Γερνάω” νανούρισμα μήπως γλυκάνετε την ψυχή σας, μήπως ξεγελάσετε τον χρόνο… Κι όσο σας έβλεπα, κυρία Τάνια, ήθελα να μπορούσα να σας πρόσφερα ένα τσιγάρο, να σας έλεγα ότι καμία νίκη δεν μπορεί να μας την πάρει κανείς, πως είστε Σπουδαία που τα βάζετε μαζί του, πως είστε τόσο Μεγάλη ακριβώς γιατί είστε τόσο ανθρώπινη… Σκατά, δευτερόλεπτα μετά ένιωθα γελοία… Ποια είμαι εγώ, ποιο θράσος των εικοσιπέντε μου χρόνων θα με έφερνε μπροστά σας να σας καθησυχάζω για τον χρόνο; Θα μου λέγατε πως είμαι νέα, και δεν καταλαβαίνω, πως σαν μεγαλώσω τα ξαναλέμε και θα σας πλήγωνα περισσότερο…

Η αλήθεια, όμως, κυρία Τάνια, είναι πως ο καθείς, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, με τον χρόνο τα βάζει, κατέστρωσα τον αντίλογό μου εγώ. Κι είναι ο χρόνος τόσο σφιχταγκαλιασμένος με την απώλεια… Με τους ανθρώπους που αγαπήσαμε, τη νιότη που χάθηκε από τα πρόσωπά μας, την ελαφράδα που βάρυνε κι έπεσε στις πλάτες και τα στομάχια μας, τον αυθορμητισμό μας που έγινε φόβος και μορφασμός αποδοκιμασίας για τον άλλο… Είναι μια μάχη που δεν κερδίζεται όσο νιώθουμε άδειες σακούλες που παρασέρνει ο χρόνος μέχρι να τις εξαφανίσει στη φθορά και τη λήθη. Όμως, κυρία Τάνια, δεν έχουμε πόλεμο στ’ αλήθεια με τον χρόνο. Γιατί είναι τα χνάρια τα δικά μας κι όσων αγαπήσαμε βαθιά χαραγμένα στις ψυχές μας και δεν μπορεί να τα σβήσει, ό,τι κι αν κάνει. Κι εσείς, με την ψυχή σας, χαράξατε τόσες γραμμές σε τούτον τον κόσμο που κανείς δεν μπορεί να τις σβήσει. Δεν θα σταματήσετε ποτέ να τραγουδάτε, ακόμη κι όταν το Μετρό θα έχει καταρρεύσει και τα φούξια λουστρίνια σας θα σας φαίνονται αποκοτιά της στιγμής. Δεν θα σταματήσετε ποτέ να κάνετε νάζια, γιατί είναι τα δικά σας όπως της αιώνιας γυναίκας, κανένας λεπτοδείκτης δεν θα προσθέσει ρυτίδες σε αυτά. Κι ούτε στους στίχους σας, ούτε στις μπούκλες σας έτσι άναρχα που πέφτουν ιδρωμένες στο μέτωπό σας, ούτε στη φωνή σας όταν ραγίζει τις ψυχές μας…

Κι ήμουν αποφασισμένη χθες να ‘ρθω να σας βρω στα καμαρίνια. Όχι να σας πω μπράβο και τα τοιαύτα, ούτε να ζητήσω αυτόγραφο ή να νιώσω το χέρι σας στο δικό μου, μόνο να, ήθελα να σας πω πως δεν έχετε καμία μάχη να δώσετε, πως είναι καιρός να κάνετε ειρήνη… Σας είχα πέντε ώρες μπροστά μου, τραγουδήσαμε μαζί, λικνιστήκαμε, χοροπηδήσαμε, γελάσαμε, ανατριχιάσαμε κι ένιωθα τόσο γεμάτη, τόσο ευτυχισμένη, τόσο έξω από τον χρόνο και τον χώρο που μας σκέπαζε… Κι εκείνη τη στιγμή, όταν όλα τέλειωσαν, κατάλαβα, κυρία Τάνια, πως πάλι βλακείες θα σας είχα πει αν είχα έρθει να σας πω όλα αυτά…

Έχουμε πόλεμο, το νιώθω κι εγώ, κι ας είμαι εικοσιπέντε, σκατά στα μούτρα μου, όσο παλεύω με τους φόβους μου, όσο θριαμβεύω πάνω σ’ αυτούς, έρχεται μια τόση δα στιγμούλα σαν ακίδα καμουφλαρισμένη στις πρασινάδες και μου θυμίζει πόσο πονάει η απώλεια, πως ποτέ δεν θα καταφέρω να συμβιβαστώ μαζί της, πως όσο αγαπώ τον χρόνο άλλο τόσο τον φοβάμαι και τον αποστρέφομαι.

Και τώρα σας γράφω τούτο το γράμμα. Γιατί έχω κάτι να σας πω, κάτι που ένιωσα μετά από όλα όσα ζήσαμε. Κυρία Τάνια, ό,τι κι αν κάνετε στον πόλεμο τούτο, κι αν επιλέξετε να πέσετε, κι αν σταθείτε όρθια, για μένα θα είστε η παντοτινή νικήτρια. Γιατί ένα δεν κατάφερε ο χρόνος με σας. Να συρρικνώσει την ψυχή σας… Δεν κατάφερε να σας κατεβάσει από τη σκηνή, να τσακίσει τη φωνή σας, να μιζεριάσει όσα μοιράζεστε μαζί μας… Κι όσο απλόχερα είστε ο εαυτός σας με τόσους προβολείς να σας τυφλώνουν άλλο τόσο απλόχερα ο χρόνος σας παραχωρεί τον δρόμο να προχωρήσετε.

Κι έτσι, κυρία Τάνια, χαρούμενη πως βρήκα την απάντησή σας, κι ίσως τη δική μου, σας έγραψα τούτο το γράμμα την ώρα που έξω βρέχει κι όλη η ασχήμια παρασύρεται για άγνωστο προορισμό… Κι αν δεν το λάβετε ποτέ, δεν σημαίνει πως το γράμμα αυτό είναι δίχως παραλήπτη.

portal.activeradio.gr - 08/06/2008

Το Μήλο, η Περιστέρα και το Μωσαϊκό Τριαντάφυλλο

"...και τέλειωσα με άριστα αλλά δεν έχω ευχάριστα / μαμά, όλα στον κόσμο είναι γραμμένα"

Ας ξεκινήσουμε από τα δεδομένα: η ευτυχέστερη καλλιτεχνική στιγμή της συνεργασίας των δυο δημιουργών δεν έκανε ...ντόρο. Ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Λίνα Νικολακοπούλου κάθε άλλο παρά άγνωστοι ήταν το 1988. Είχαν προηγηθεί τραγούδια για τη Βίκυ Μοσχολιού, τις παραστασεις του Γιώργου Μαρίνου, τη Χριστιάνα, το Μανώλη Μητσιά, τη Δήμητρα Γαλάνη, και βέβαια η τεράστια επιτυχία του Κυκλοφορώ Κι Οπλοφορώ με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη. Ο τελευταίος δίσκος και οι παραστάσεις στη "Λεωφόρο" καθιέρωσαν έκτοτε τους δυο καλλιτέχνεςς ως το δημοφιλέστερο (σύμφωνα με κάποιους και σπουδαιότερο) δημιουργικό δίδυμο στην μετά-Χατζιδάκις/Γκάτσος εποχή. Χατζιδάκις και Γκάτσος υπήρξαν καθοριστικές επιρροές και για τους δυο. Η Τάνια Τσανακλίδου, sui generis αρτίστα για τα δεδομένα της -τότε- (πιθανολογώ ακόμα και σήμερα...) Ελλάδας, με τους Γάλλους να εκτιμούν πολύ περισσότερο από εμάς την ποιότητα της φωνής της, μετρούσε ήδη δεκαπέντε χρόνια στη μουσική σκηνή και υπερεικοσαετή θητεία στο θεατρικό σανίδι. Το βιογραφικό της απαριθμούσε συμμετοχές και συνεργασίες με τους Λεοντή, Λοϊζο, Σπανό, Ξυλούρη, παραστάσεις με το Γιώργο Μαρίνο στη “Μέδουσα” (όπου και τραγούδησε σε α' εκτέλεση το "Η Παναγία της Πατησίων" που αργότερα περιλήφθηκε στην Πορνογραφία του Χατζιδάκι), ΚΘΒΕ, Ξένια Καλογεροπούλου, Κουν, δίσκους-πορτρέτα, τραγούδια της Edith Piaf και την αλήστου μνήμης εμπλοκή της στο (πάλαι ποτέ θεωρούμενο) πολιτιστικό γεγονός ονόματι...Eurovision (με το "Τσάρλι Τσάπλιν", σημειωτέον ένα από τα πρώτα τραγούδια του Στ. Κραουνάκη).
Τρεις απόλυτα δόκιμοι και δημοφιλείς καλλιτέχνες, λοιπόν, ένωσαν το ταλέντο τους στο συγκεκριμένο δίσκο – συνεργασία η οποία, θα περίμενε κανείς, είχε τα εχέγγυα να βρει εμπορικό αντίκρισμα. Κι όμως, ο δίσκος δεν είχε εμπορική απήχηση. Δεν "χρυσώθηκε". (Ασφαλώς, σε μια εποχή που το να πουλάνε οι δίσκοι δεν ήταν ...ντροπή και εφαλτήριο για κατηγορίες καλλιτεχνικής έκπτωσης, κατά την σημερινή παρανοϊκή λογική... Και βέβαια τότε που ο χρυσός αντιπροσώπευε το μετάλλιο-από-τους-ακροατές-στον-καλλιτέχνη, όχι τις ...παραγγελίες των δισκοπωλείων). Τι συνέβη επομένως με το Μαμά Γερνάω; Πολύ απλά κύρωσε τη "σχολή Κραουνάκης-Νικολακοπούλου", συμπυκνώνοντας όλα τα προτερήματα και αποκλείοντας τα ελαττώματα της καλλιτεχνικής περσόνας των δύο δημιουργών. Η Τσανακλίδου λειτούργησε ως καταλύτης και το κράμα προέκυψε, συν το χρόνω, ένας από τους κλασικούς ελληνικούς δίσκους του περασμένου αιώνα.

Ο Σταμάτης Κραουνάκης, με τη γεννήτρια ιδεών στο κόκκινο, στην εν λόγω δουλειά φαίνεται να αποφασίζει πως δεν τον αφορούν αβαντοδόρικες εμμονές που θα εξασφάλιζαν το ...σουξέ. Με την αγαπημένη του συνήθεια να "μαγειρεύει" στο πιάνο επιρροές και δάνεια από χίλιες δυο ενδημικές και ξενόφερτες πηγές, "ευφυέστερος των μαθητών που ...κλέβουν" (για να παραφράσουμε μια δική του δήλωση), γράφει συμπαγείς μελωδίες που αναμετρώνται στα ίσα με την δημιουργική του φλέβα και δηλώνουν ιδία καταγωγή. Διοχετεύει, αντίθετα, την πληθωρικότητά του στην επιλογή της ορχήστρας (πάνω από είκοσι όργανα) και των ενορχηστρώσεων (στο σύνολο εμπιστεύεται πέντε ενορχηστρωτές). Παρ' όλα αυτά, καταφέρνει να μην υπερφορτωθούν ηχητικά τα τραγούδια, δημιουργώντας μια προσφιλή στη θεατρική και κινηματογραφική συνθήκη μουσική ατμόσφαιρα – μεγάλη νίκη, θαρρώ, για έναν συνθέτη που θέλησε να οργανώσει το ταλέντο του αποφεύγοντας την (φύσει αλλά και πλέον θέσει) υπερβολή που πολλές φορές θα χαρακτηρίσει εν συνεχεία το δημιουργικό του εκτόπισμα. Και μια παρασκηνιακή make of ιστορία: πριν από λίγα χρόνια, σε μια από τις παραστάσεις τις στο "Μετρό" η Τάνια Τσανακλίδου διηγείται την πρόσχαρη περιπέτειά της με μια χαρτορίχτρα (με αφορμή την ερμηνεία του ομώνυμου τραγουδιού του Πετσά), μπας και βρει αν όντως τη θέλει ή απλά την παιδεύει ο τότε εκλεκτός της καρδιάς της. Τη συγκεκριμένη χαρτομάντισσα θα της την συστήσει ο συνθέτης, έπειτα από τη γνωμάτευση που θα κάνει για το σπουδαίο μέλλον του δίσκου αν τον ...αγιάσουν. "Μωρή, θα θυμιατίσω!" δήλωσε ο συνθέτης στην ερμηνεύτρια. Εξού και ο ήχος από το λιβανιστήρι στο "Είσοδος"...

Η Λίνα Νικολακοπούλου, άλλη μεγαλη νικήτρια του εαυτού της στην εν λόγω εργασία, ακολουθεί (και εδώ) με συνέπεια τη σχολή του "καθημερινού λόγου" (της οποίας υπήρξε, μαζί με τους τραγουδοποιούς του '80, ιδρυτικό μέλος) που αντλεί αναφορές από τα υλικά στιγμιότυπα και τις ένδον σκέψεις των (τότε) νέων. Ο φωτογραφικός χαρακτήρας της στιχουργικής της Νικολακοπούλου είχε ήδη κάνει εμφανή την παρουσία του στο Κανονικά του 1984. Στο Κυκλοφορώ Κι Οπλοφορώ τον καλλιέργησε ακόμα περισσότερο. Και στο Μαμά Γερνάω συνεχίζει και οριοθετεί πλήρως το χώρο της: τη θεματική των διαπροσωπικών σχέσεων, της οποίας γίνεται πλέον η δικαιωματική κυρίαρχος. Με μια διαφορά: οι στίχοι της, καθώς φαίνεται προσαρμοσμένοι σ' ένα γυναικείο ερμηνευτικό χαρακτήρα, υιοθετούν εικόνες και φράσεις απολογισμού απέναντι στην απειλή της ηλικίας – τότε, που το να τριανταρίζεις και να τριανταπενταρίζεις, σήμαινε την καμπή της ωρίμανσης και τη διάθεση για σούμα απέναντι στον κοινωνικό ρόλο. Η ηρωίδα της γερνάει από τραγούδι σε τραγούδι, ξεκινώντας στο "Μοίρες" με τον τσαμπουκά ανθρώπου που αναγνωρίζει τη φθορά για να καταλήξει στο "Ζελατίνα" με το αίτημα να απομακρυνθούν οι προβολείς από το φαίνεσθαι του καθρέφτη – απέναντί του στέκονται πια μόνο τα είδωλα της εμπειρίας. Μορφολογικά η στιχουργός βρίσκεται ακόμα μακριά από τις λεκτικές ακρότητες (δηλ. την κυριαρχία της φόρμας στο περιεχόμενο) και τις ...εμπρηστικές της διαθέσεις απέναντι στο συντακτικό, όπως αυτές υπονόμευσαν αρκετές φορές τα κείμενά της στη δεκαετία του '90. Αιχμή της διάθεσής της για νεωτερική γραφή είναι σε αυτόν το δίσκο το "Πάτωμα", τραγούδι, πιστεύω, κατ' εξοχήν αντιπροσωπευτικό της "σχολής Νικολακοπούλου". Καθαρό δείγμα της μικτής θεματολογίας που χαρακτηρίζει τη γραφή της (ουδέποτε έγραψε αμιγώς ερωτικά ή εξομολογητικά κείμενα), στο εν λόγω κομμάτι η Νικολακοπούλου ενσωματώνει την καταγωγή της από τη νεοσύστατη σχολή του καθημερινού λόγου με τη μελλοντική της ενασχόληση με την ελλειπτική γραφή που "φιλοσοφεί" την ενδοσκόπηση (όπως εκφράστηκε στο Σαν Ηφαίστειο Που Ξυπνά, δίσκος στο οποίο ανανέωσε πλήρως και με δημιουργικό τρόπο για τρίτη και τελευταία -εύχομαι όχι ύστατη- φορά τα χαρακτηριστικά του λόγου της). Και τέλος το ομώνυμο του δίσκου τραγούδι, που, παρ' όλη τη βιτρίνα της γυναικείας ερμηνείας, συνεχίζω να πιστεύω πως αποτελεί ...οιδιπόδειο άσμα.

Η Τάνια Τσανακλίδου συνέβαλε στην δημιουργία του δίσκου με τον δικό της καλλιτεχνικό κανόνα, ξεχωριστής ιδιοσυγκρασίας. "Φόρεσε" τα τραγούδια και τα μετουσίωσε στη μορφή που χαρακτηρίζει τον ερμηνευτικό της τρόπο: τρίλεπτα μονόπρακτα, τραγουδώντας με τα σπλάγχνα. Χρωματίζοντας τη φωνή της με τη σωματική ένταση που απαιτούσαν οι στίχοι και η μουσική, άλλοτε με μειδίαμα και άλλοτε σπαρακτική, έχει (και σε αυτόν το δίσκο) απόλυτη επίγνωση της λειτουργίας του καλλιτέχνη που εκτίθεται – χωρίς να απαιτεί τη συνενοχή.

Έκτοτε... οι τρεις καλλιτέχνες ουδέποτε συναντήθηκαν εκ νέου. Τέσσερα τραγούδια του δίσκου έχουν σταθερή παρουσία στο ρεπερτόριο της Τσανακλίδου, ούτως ώστε με κάθε ανανέωση του ακροατηρίου να υπάρχει συνεχής αναφορά στην ύπαρξη του δίσκου – τα υπόλοιπα δεν επανακτελούνται συχνά πλέον και δεν απέκτησαν διασκευές (με εξαίρεση το "Φίλοι" από το Όταν Ερχονται Οι Φίλοι Μου, με την α λα Tom Waits ενορχήστρωση και την ερμηνεία του συνθέτη). Κραουνάκης και Νικολακοπούλου συνέχισαν να συνεργάζονται για κάτι λιγότερο από μια δεκαετία, λίγο προτού το Μήλο να επαναπροσδιορίσει τις διαθέσεις του απέναντι στην τέχνη του, πότε δημιουργώντας το θαύμα από το πουθενά και πότε με την υπερβολή να ακκίζεται ως αυτοσκοπός, κι η Περιστέρα εισέλθει στην αμφισημία των λέξεων που άλλοτε υπακούν στην εσωτερική ανάγκη για επανεκκίνηση της δημιουργίας κι άλλοτε θολώνουν σε εικόνες διανοουμενίστικου εντυπωσιασμού. Το δε Τριαντάφυλλο, παρ' όλη την παρουσία ενός κλασικού δίσκου στις αποσκευές, δεν εξαργύρωσε ποτέ την καλλιτεχνική αξία του τελευταίου πάνω σε ένα συγκεκριμένο προφίλ καριέρας, επιλέγοντας να λειτουργήσει με γνώμονα τον πειραματισμό κι όχι τα δισκογραφικά συμβόλαια. "Πενήντα καλοκαίρια και χειμώνες" τώρα πια...

http://matansmagic.blogspot.com - 18/04/2008

Michelle, ma belle,
sont les mots qui vont tres bien ensemble, tres bien ensemble.


Ήχοι έντονοι... ο ήχος από τις διαδηλώσεις, ο ήχος από τις πόρτες των 2 διαμερισμάτων, ο ήχος από το πάρτι... Hχοι ανεπαίσθητοι... ο ήχος από τον αναπτήρα καθώς ανάβει το τσιγάρο, ο ήχος από το άνοιγμα του μπουκαλιού με το ουίσκι, ο ήχος την ώρα που απλώνεται το... σκοτάδι! Ήχοι βουβοί μα συνταρακτικοί... ο νέος που αναζητά την ηρεμία του και προσπαθεί να απαλλαχτεί από υπαρκτά και μη βάρη έχοντας μεγάλες τάσεις φυγής. H μητέρα από μια άλλη, πιο αυστηρή, εποχή, με έντονη προσωπικότητα που καταπιέζεται, με την ασφυκτική αγάπη για το γιο της, θέλοντας να σπάσει τα δικά της δεσμά. Η νεαρή κοπέλα ερωτευμένη και έγκυος, με όνειρα που τα κρύβει καθώς υποδύεται τη φιλελεύθερη με σκοπό να κρατήσει τη σχέση της. Ο αδερφός και φίλος που προσπαθεί να γίνει αντιληπτός, στην οικογένεια, στους φίλους, στη κοινωνία, στον ίδιο του τον εαυτό. Η φίλη(?) της μαμάς... του μπαμπά... του γιου... αλλά όχι του εαυτού της. Και όλοι αυτοί οι ήχοι καλύπτονται από μουσική με στόχο να αναδειχτεί ο ήχος του όπλου.

Μια υπέροχη παράσταση που συνταράζει τον καθένα ξεχωριστά, τον κάνει να σκέφτεται για πράγματα που έχει δεί, ζεί, πιθανόν να ζήσει και όλα αυτά έχοντας και μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ.

Παίζουν με αλφαβητική σειρά: Μάνος Καρατζογιάννης, Τηλέμαχος Μούσας, Χρύσα Σπηλιώτη, Νικόλας Στραβοπόδης, Ηλέκτρα Τσακαλία, και η Τάνια Τσανακλίδου.

Οι παραστάσεις τελειώνουν στις 20/4/2008.

http://greek-theatre.blogspot.com - 12/03/2008

Ο ήχος του όπλου είναι μια εντύπωσις πυροβολισμού. Αυτό σημαίνει ότι το ενδιαφέρον εδώ δεν εστιάζεται ούτε στην εκπυρσοκρότηση, ούτε στον τραυματισμό. Θύτες και θύματα πολύ σοφά το αποψινό έργο να βρει δεν ζητάει. Επικεντρώνεται σε αυτήν καθέαυτήν την προοπτική μιας μοιραίας ήχησης, την απομονώνει και μας καλεί να αφουγκραστούμε τον εκκωφαντικό ήχο της σιωπής λίγο πριν αρχίσει ο πανικός και η υστερία που μπορεί να προκαλέσει ένα και μόνο πάτημα της σκανδάλης. Είναι πραγματικά ευτυχισμένη στιγμή όταν οι ποιητές οπλίζουν τόσο εύστοχα στην θαλάμη των στίχων λέξεις που μοιάζουνε σφαίρες. "Ένα περίστροφο/ που εκπυρσοκρότησε/μεσ΄σ΄ένα σύννεφο/ από καρδιές" ο Σαχτούρης συμπληρώνει. Είκοσι χρόνια μετά το πρώτο ιστορικό πιά ανέβασμα στο Θεάτρο Τέχνης, το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, που έμελλε να αποτελέσει και την τελευταία σκηνοθεσία του Δάσκαλου Κάρολου Κουν, σημαδεύει την ελληνική πραγματικότητα ακόμα και σήμερα πιό ευθύβολα από ποτέ.

Με φόντο μιαν αναμέτρηση προεκλογική και όλα τα φέιβολάν σκορπισμένα, ενώ όλα υπαινίσσονται διακριτικά τη δεύτερη πιό σημαντική περίοδο στην πολιτική ζωή της χώρας μετά τη μεταπολίτευση, δηλαδή τα χρόνια μετά την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του τόπου από το κόμμα της "Αλλαγής", η Αναγνωστάκη βάζει τους ήρωές της να ζουν πολιτικά αμέτοχοι -και γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο συμμέτοχοι- στον νευρωτικό μικρόκοσμό τους. Μια ολόκληρη κοινωνία δοκιμάζεται και πασχίζει να χωρέσει μέσα σε νέα σχήματα, την ίδια στιγμή που ψυχαναγκαστικά και στανικά προσπαθεί να στηρίξει μικροαστικά προσχήματα που αναβαθμίστηκαν σε μεγαλοαστικές ονειρώξεις. Κι ενώ η αγαπημένη και αγαπησιάρικη ελληνική και αγία οικογένεια δέχεται στο πλέγμα των σχέσεων που αναπτύσσει η Αναγνωστάκη στο έργο της τα πιο χαριστικά βέλη, οι ήρωες της καλούνται πέρα από τις εκλογές της πολιτικής να επιλέξουν και έναν νέο τρόπο και σύστημα ζωής που θα τους πάρει μακριά από το τωρινό αδιέξοδο τέλμα.

Η παράσταση της Έλλης Παπακωνσταντίνου στο 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης άκουσε μάλλον τον ήχο του όπλου σαν ήχο εκκίνησης για μια κούρσα στο χρόνο. Μας ταξίδεψε μακριά από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80, την οποιά επέλεξε σκηνογραφικά μόνο να υπαινιχθεί στο βάθος της σκηνής σε προθήκες μακετών και εκθεμάτων, από φόβο μάλλον για την επικαιρότητα και τις αντοχές του έργου είκοσι χρόνια μετά. Επέλεξε λοιπόν να το παρουσιάσει υπό μορφήν ένος μεταθεατρικού καμπαρέ παραφορτωμένου με επιθεωρησιακές προοπτικές στην εποχή της σύνθεσης του έργου. Το πρόβλημα είναι όμως ότι όλες αυτές οι συνθήκες του τότε είναι ακόμα και σήμερα δυστυχώς στο τώρα αναγνωρίσιμες και επαληθεύσιμες από μόνες τους εδώ: τα χαμένα όνειρα, οι ελπίδες, οι χαμένες γενιές, οι ξεχασμένες ιδεολογίες, η βλαχομπαρόκ νεοελληνική αισθητική, ακόμα ακόμα και τα ίδια συνθήματα για τα οράματα μιας κοινωνίας που μάλλον πεισματικά ακόμα δεν βρίσκει τρόπο να παραδοθεί σε καμιά ουσιαστική αλλαγή... Το πιό συμβατικό ανέβασμα του κόσμου θα φώτιζε τόσο σαρκαστικά τη δυναμική που η Αναγνωστάκη έχει κλείσει ήδη από το 1986 τόσο καίρια στο θησαυροφυλάκιο του έργου της για τον σκηνοθέτη που θα αναδείξει το θησαυρό της.

Η παράσταση της Παπακωνσταντίνου δεν είναι κακή, απλά ώρες ώρες κουράζει η τάση διαρκώς να υπογραμμίζει το κάθετί προκειμένου να επιβεβαιώσει την αναγωγή στο χρόνο που έχει τολμήσει. Πάντως οι ηθοποιοί υποστηρίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την χαρακτηροδομή των ηρώων της Αναγνωστάκη. Πιό έμπειρες φυσικά στη σκηνή η Τάνια Τσανακίδου και η Χρύσα Σπηλιώτη αλλά έντιμες και δυναμικές και οι νεώτερες παρουσιές του Νικόλα Στραβοπόδη, της Ηλέκτρας Τσακαλία, του Τηλέμαχου Μούσα και του Μάνου Καρατζογιάννη.

Τέλος, οφείλει κανείς να επισημάνει το εξής: η Τάνια Τσανακλίδου είναι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος της σκηνής. Τώρα θα μου πείτε εσένα περιμέναμε να μας το πεις, όμως είναι πραγματικά μεγάλη ευτυχία το ότι με αυτήν τη γυναίκα μοιραζόμαστε την ίδια εποχή.

http://mindstripper.blogspot.com - 09/07/2005

Τάνια Τσανακλίδου: Respect.

Χθες βράδυ λοιπόν, καθόμουν και έκανα ζάπινγκ στο χαζο-κούτι.

Εντελώς τυχαία, έπεσα πάνω στην εκπομπή "Στα Άκρα" με οικοδέσποινα την Βίκυ Φλέσσα στη ΝΕΤ, η οποία προβαλόταν σε επανάληψη (όχι, δεν κάνω διαφήμιση, μπορεί να ήταν και η πρώτη φορά που στρώθηκα να δω την συγκεκριμένη εκπομπή στην τηλεόραση).

Καλεσμένη η Τάνια Τσανακλίδου. Μία γυναίκα, μία τραγουδίστρια, μία αναμφισβήτητα μεγάλη και αξιοπρεπέστατη μορφή στο Ελληνικό τραγούδι, που όμως εμένα προσωπικά για κάποιο λόγο ποτέ δεν ήταν από τις αγαπημένες μου.

Η κυρία Τσανακλίδου απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ από μικρή σε κουβέντες γύρω από το όνομά της, είχε ανέκαθεν δύο ειδών θαυμαστές, αυτούς των δύο άκρων - ποτέ μίας μέσης κατάστασης. Είναι αυτοί που την ακολουθούν πιστά και λατρεύουν την φωνή και την σκηνική της παρουσία, και είναι κι αυτοί που απλά η συγκριμένη καλλιτέχνις δεν τους αρέσει και δεν έχουν ασχοληθεί. Εγώ ανήκω στο δεύτερο είδος, επειδή αυτό το τρεμούλιασμα στην φωνή της –το οποίο βέβαια είναι το μεγαλύτερο μελωδικό χαρακτηριστικό της- δυστυχώς ποτέ δεν κατάφερε να με συνεπάρει. Είναι αυτό που θα έλεγε ίσως κάποιος "υποκειμενικά κριτήρια"...

Ξεκίνησα να βλέπω την συνέντευξη αφηρημένα στην αρχή. Όμως, μέσα σε δέκα λεπτά, η μορφή της με είχε απορροφήσει καθολικά. Έβλεπα μπροστά μου μία Κυρία, η οποία από τη μία στιγμή στην άλλη μεταμορφωνόταν από μία αυστηρή γυναίκα-κριτής (καθ’ όλα σωστή και με επιχειρήματα), σε ένα μικρό κορίτσι που όταν χαμογελούσε (και χαμογελούσε συχνά), φώτιζε όλο του το πρόσωπο. Κι εκείνη την ώρα, εγώ που την έβλεπα, συνέλαβα τον εαυτό μου να παρακολουθεί αυτά που έλεγε με μία πρωτοφανή προσμονή και έναν θαυμασμό πέρα για πέρα γνήσιο, που είχα πολύ καιρό να νοιώσω για έναν άνθρωπο του θεάματος (και όχι μόνο). Η υπερβολή που -θα μπορούσε κάποιος να πει ότι- εξέπεμπε, ήταν πέρα για πέρα αληθινή, δεν υπήρχε ίχνος υποκρισίας ή θεατρινισμού επάνω της. Ήταν τόσο ειλικρινής στις απαντήσεις της προς την Βίκυ Φλέσσα που προς στιγμήν, ακόμα και μένα, που τέτοιους ανθρώπους τους επιδοκιμάζω πάντα χωρίς δεύτερη κουβέντα, με φόβησε...

Μίλησε για το μεγαλείο της ζωής με έναν τρόπο που μόνο από ανθρώπους καθημερινούς, μεροκαματιάρηδες και θριαμβευτικά επιζώσαντες από πολλά σκατά και χαστούκια θα το περίμενα. Μίλησε για πράγματα μικρά και καθημερινά και ήταν σαν να είχε στρέψει εκείνη την ώρα το βλέμα της στους ανοιχτούς ουρανούς κι έκανε την προσευχή της. Μίλησε για την δικιά της τη γενιά που πήρε την εξουσία στα χέρια της και "έχει καταστρέψει τα πάντα", αναφερόμενη σε πολιτικούς, δημοσιογράφους και πάσης φύσεως "ειδικούς" που μας περιστοιχίζουν.

Μίλησε για τους ανθρώπους που δεν είναι πια ευτυχισμένοι...

"Είναι ευτυχισμένα τα σημερινά παιδιά κυρία Τσανακλίδου;"
"Πώς να είναι ευτυχισμένα τα παιδιά όταν δεν είναι οι ίδιοι οι γονείς τους;" αφοπλιστικό το κρυστάλλινο χαμόγελο στο πρόσωπό της...

"Οι άνθρωποι σήμερα φοβούνται να πεθάνουν. Οι άνθρωποι σήμερα φοβούνται να ζήσουν."

Κυρία Τσανακλίδου, μπορεί η φωνή σας να μην με συνεπήρε ποτέ, αλλά η παρουσία σας και μόνο ανάμεσά μας, τιμάει τουλάχιστον εμένα σαν άνθρωπο και με βοηθάει να διατηρώ ακόμα την πίστη μου στα ανθρώπινα πρότυπα.

Υποκλίνομαι μπροστά σας...