a
a

Ελευθεροτυπία - 25/01/2005

Κάνει την έκπληξη

της Μαρίας Βλαχοπούλου

«Πρέπει να πας στην Τσανακλίδου». «Θα περάσεις ωραία». «Θα σ' αρέσει πολύ». Μέρα τη μέρα πύκνωναν τα προτρεπτικά «μηνύματα» να πάω στο «Μετρό». Κι επειδή πάντα έχω εμπιστοσύνη στη διάδοση των καλών νέων από στόμα σε στόμα, πήγα κρατώντας μεγάλο καλάθι- αντίθετα μ' ό,τι συστήνει η λαϊκή σοφία.

Τραγούδησα πολύ. Χειροκρότησα με κέφι. Θαύμασα. Συγκινήθηκα. Παραδόθηκα. «Συμμάχησα» ανενδοίαστα με τον «κακό λύκο», όπως προτρέπει εξ αρχής η Τσανακλίδου, αν και προτιμώ να υποδύομαι την αθώα Κοκκινοσκουφίτσα. Ηταν σαφές. Στο ξέφωτο του δάσους της σκηνής η ερμηνεύτρια, στην καλύτερη στιγμή της, μαζί με σπουδαίους μουσικούς, υπογράφει μια μεγάλη επιτυχία. Επιβεβαιώνοντας, για άλλη μια φορά, πως οι εκπλήξεις δεν έρχονται από εκεί που τις περιμένουμε. Κι ας επικεντρώνονται οι συζητήσεις και τα δημοσιεύματα στα μεγάλα σχήματα φορτώνοντάς τα προσδοκίες κι ενδοιασμούς.

Στο «Μετρό», τρία όργανα στα δεξιοτεχνικά χέρια τριών ταλαντούχων μουσικών -Καραντίνης, Παπαζαχαριάκης, Τσεβάς- και μια φωνή ερμηνεύοντας «τραγουδάρες» ανατρέπουν με αξιοζήλευτη αρτιότητα κάθε σύμβαση, καταργώντας αβίαστα πολλά όρια. Πρώτα απ' όλα αυτά της σκηνής και της πλατείας. Επειτα αυτά μεταξύ των άγνωστων θεατών που νιώθουν γνωστοί και οικείοι, ομοτράπεζοι σ' ένα κοινό γλέντι. Γίνονται συνένοχοι μικρών μυστικών της καθημερινότητας των μουσικών, ακούγοντας μικρές ιστορίες, αστείες συνήθως, από τις ώρες τους πάνω στη σκηνή.

Οι μουσικοί δεν παίζουν μόνο, μιλούν και τραγουδούν. Η Τσανακλίδου κάνει διάλειμμα στην άκρη της σκηνής, κι όχι στο καμαρίνι, καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Ολα, αν και σκηνοθετημένα, δημιουργούν μια άνεση που γοητεύει ενισχύοντας τη συμμετοχή του κοινού χωρίς να βάζει κανέναν ...τιμωρία.

Βγαίνοντας, το μεγάλο καλάθι μου ήταν γεμάτο. Ακόμα κι η πίκρα που με γεμίζει κάθε φορά η ακρόαση του «Μαμά γερνάω», συγκινητικό ανκόρ εκείνο το βράδυ, ήταν αμελητέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: